Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): limits
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): limit
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): limited
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): limiting
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): limits
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): limit
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): limit
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
limited περιέχει 3 συλλαβές: lim • it • ed
Φωνητική μεταγραφή: ˈli-mə-təd
lim it ed , ˈli mə təd (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)