Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): shoulders
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): shoulder
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): shouldered
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): shouldering
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): shoulders
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): shoulder
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): shoulder
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
shoulder περιέχει 2 συλλαβές: shoul • der
Φωνητική μεταγραφή: ˈshōl-dər
shoul der , ˈshōl dər (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)