Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): drugs
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): drug
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): drugged
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): drugging
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): drugs
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): drug
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): drug
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
drug περιέχει 1 συλλαβές: drug
Φωνητική μεταγραφή: ˈdrəg
drug , ˈdrəg (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)