Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): whines
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): whine
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): whined
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): whining
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): whines
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): whine
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): whine
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
whine περιέχει 1 συλλαβές: whine
Φωνητική μεταγραφή: ˈ(h)wīn
whine , ˈ(h)wīn (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)