Κλίσεις
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): while
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): whiled
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): whiling
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): whiles
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): while
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): while
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
while περιέχει 1 συλλαβές: while
Φωνητική μεταγραφή: ˈ(h)wī(-ə)l
while , ˈ(h)wī( ə)l (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)