Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): trifles, trifle
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): trifle
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): trifled
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): trifling
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): trifles
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): trifle
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): trifle
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
trifle περιέχει 2 συλλαβές: tri • fle
Φωνητική μεταγραφή: ˈtrī-fəl
tri fle , ˈtrī fəl (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)