Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): storms
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): storm
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): stormed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): storming
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): storms
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): storm
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): storm
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
storm περιέχει 1 συλλαβές: storm
Φωνητική μεταγραφή: ˈstȯrm
storm , ˈstȯrm (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)