Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): sprays, spray
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): spray
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): sprayed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): spraying
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): sprays
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): spray
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): spray
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
spray περιέχει 1 συλλαβές: spray
Φωνητική μεταγραφή: ˈsprā
spray , ˈsprā (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)