Κλίσεις
Επίθετο, συγκριτικός βαθμός (Adjective, comparative): shorter
Επίθετο, υπερθετικός βαθμός (Adjective, superlative): shortest
Επίθετο (Adjective): short
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): shorts
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): short
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): shorted
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): shorting
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): shorts
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): short
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): short
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
short-term περιέχει 1 συλλαβές: short-term
Φωνητική μεταγραφή: ˈshȯrt-ˌtərm
short-term , ˈshȯrt ˌtərm (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)