Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): scores
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): score
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): scored
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): scoring
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): scores
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): score
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): score
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
score περιέχει 1 συλλαβές: score
Φωνητική μεταγραφή: ˈskȯr
score , ˈskȯr (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)