Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): saddles, saddle
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): saddle
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): saddled
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): saddling
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): saddles
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): saddle
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): saddle
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
saddle περιέχει 2 συλλαβές: sad • dle
Φωνητική μεταγραφή: ˈsa-dᵊl
sad dle , ˈsa dᵊl (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)