Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): paints, paint
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): paint
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): painted
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): painting
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): paints
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): paint
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): paint
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
paint περιέχει 1 συλλαβές: paint
Φωνητική μεταγραφή: ˈpānt
paint , ˈpānt (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)