Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): necks, neck
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): neck
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): necked
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): necking
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): necks
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): neck
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): neck
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
neck περιέχει 1 συλλαβές: neck
Φωνητική μεταγραφή: ˈnek
neck , ˈnek (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)