Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): marks
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): mark
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): marked
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): marking
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): marks
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): mark
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): mark
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
marked περιέχει 1 συλλαβές: marked
Φωνητική μεταγραφή: ˈmärkt
marked , ˈmärkt (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)