Κλίσεις
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): located
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): locating
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): locates
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): locate
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): locate
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
locate περιέχει 2 συλλαβές: lo • cate
Φωνητική μεταγραφή: ˈlō-ˌkāt
lo cate , ˈlō ˌkāt (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)