Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): layers
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): layer
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): layered
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): layering
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): layers
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): layer
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): layer
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
layer περιέχει 2 συλλαβές: lay • er
Φωνητική μεταγραφή: ˈlā-ər
lay er , ˈlā ər (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)