Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): knocks
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): knock
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): knocked
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): knocking
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): knocks
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): knock
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): knock
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
knock περιέχει 1 συλλαβές: knock
Φωνητική μεταγραφή: ˈnäk
knock , ˈnäk (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)