Κλίσεις
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): injured
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): injuring
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): injures
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): injure
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): injure
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
injure περιέχει 2 συλλαβές: in • jure
Φωνητική μεταγραφή: ˈin-jər
in jure , ˈin jər (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)