Κλίσεις
Επίθετο (Adjective): initial
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): initials
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): initial
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): initialed, initialled
Ρήμα, μετοχή παρακειμένου (Verb, past participle): initialled
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): initialing, initialling
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): initials
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): initial
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): initial
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
initial περιέχει 2 συλλαβές: ini • tial
Φωνητική μεταγραφή: i-ˈni-shəl
ini tial , i ˈni shəl (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)