Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): honors, honor
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): honor
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): honored
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): honoring
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): honors
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): honor
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): honor
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
honor περιέχει 2 συλλαβές: hon • or
Φωνητική μεταγραφή: ˈä-nər
hon or , ˈä nər (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)