Κλίσεις
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): hesitated
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): hesitating
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): hesitates
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): hesitate
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): hesitate
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
hesitate περιέχει 3 συλλαβές: hes • i • tate
Φωνητική μεταγραφή: ˈhe-zə-ˌtāt
hes i tate , ˈhe zə ˌtāt (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)