Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): guards, guard
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): guard
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): guarded
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): guarding
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): guards
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): guard
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): guard
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
guarded περιέχει 2 συλλαβές: guard • ed
Φωνητική μεταγραφή: ˈgär-dəd
guard ed , ˈgär dəd (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)