Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): golf
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): golf
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): golfed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): golfing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): golfs
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): golf
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): golf
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
golf περιέχει 1 συλλαβές: golf
Φωνητική μεταγραφή: ˈgälf
golf , ˈgälf (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)