Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): fires, fire
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): fire
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): fired
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): firing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): fires
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): fire
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): fire
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
firing περιέχει 2 συλλαβές: fir • ing
Φωνητική μεταγραφή: ˈfī-riŋ
fir ing , ˈfī riŋ (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)