Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): filters
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): filter
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): filtered
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): filtering
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): filters
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): filter
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): filter
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
filter περιέχει 2 συλλαβές: fil • ter
Φωνητική μεταγραφή: ˈfil-tər
fil ter , ˈfil tər (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)