Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): falls
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): fall
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): fell
Ρήμα, μετοχή παρακειμένου (Verb, past participle): fallen
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): falling
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): falls
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): fall
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): fall
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
falling περιέχει 1 συλλαβές: fall
Φωνητική μεταγραφή: ˈfȯl
fall , ˈfȯl (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)