Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): esteem
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): esteem
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): esteemed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): esteeming
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): esteems
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): esteem
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): esteem
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
esteem περιέχει 2 συλλαβές: es • teem
Φωνητική μεταγραφή: i-ˈstēm
es teem , i ˈstēm (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)