Κλίσεις
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): enacted
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): enacting
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): enacts
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): enact
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): enact
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
enact περιέχει 2 συλλαβές: en • act
Φωνητική μεταγραφή: i-ˈnakt
en act , i ˈnakt (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)