Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): dodges
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): dodge
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): dodged
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): dodging
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): dodges
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): dodge
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): dodge
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
dodge περιέχει 1 συλλαβές: dodge
Φωνητική μεταγραφή: ˈdäj
dodge , ˈdäj (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)