Κλίσεις
Επίθετο, συγκριτικός βαθμός (Adjective, comparative): crosser
Επίθετο, υπερθετικός βαθμός (Adjective, superlative): crossest
Επίθετο (Adjective): cross
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): crosses
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): cross
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): crossed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): crossing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): crosses
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): cross
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): cross
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
cross περιέχει 1 συλλαβές: cross
Φωνητική μεταγραφή: ˈkrȯs
cross , ˈkrȯs (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)