Κλίσεις
Επίθετο (Adjective): crash
Επίρρημα (Adverb): crash
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): crashes, crash
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): crash
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): crashed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): crashing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): crashes
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): crash
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): crash
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
crash περιέχει 1 συλλαβές: crash
Φωνητική μεταγραφή: ˈkrash
crash , ˈkrash (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)