Κλίσεις
Επίθετο, συγκριτικός βαθμός (Adjective, comparative): cleaner
Επίθετο, υπερθετικός βαθμός (Adjective, superlative): cleanest
Επίθετο (Adjective): clean
Επίρρημα, συγκριτικός βαθμός (Adverb, comparative): cleaner
Επίρρημα, υπερθετικός βαθμός (Adverb, superlative): cleanest
Επίρρημα (Adverb): clean
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): clean
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): cleaned
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): cleaning
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): cleans
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): clean
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): clean
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
clean περιέχει 1 συλλαβές: clean
Φωνητική μεταγραφή: ˈklēn
clean , ˈklēn (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)