Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): canoes, canoe
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): canoe
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): canoed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): canoeing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): canoes
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): canoe
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): canoe
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
canoe περιέχει 2 συλλαβές: ca • noe
Φωνητική μεταγραφή: kə-ˈnü
ca noe , kə ˈnü (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)