Κλίσεις
Επίθετο, συγκριτικός βαθμός (Adjective, comparative): busier
Επίθετο, υπερθετικός βαθμός (Adjective, superlative): busiest
Επίθετο (Adjective): busy
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): busied
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): busying
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): busies
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): busy
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): busy
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
busy περιέχει 1 συλλαβές: busy
Φωνητική μεταγραφή: ˈbi-zē
busy , ˈbi zē (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)