Κλίσεις
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): bind
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): bound
Ρήμα, μετοχή παρακειμένου (Verb, past participle): bound
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): binding
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): binds
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): bind
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): bind
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
Bind περιέχει 1 συλλαβές: bind
Φωνητική μεταγραφή: ˈbīnd
bind , ˈbīnd (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)