Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): bells
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): bell
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): belled
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): belling
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): bells
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): bell
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): bell
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
bell περιέχει 1 συλλαβές: bell
Φωνητική μεταγραφή: ˈbel
bell , ˈbel (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)