Κλίσεις
Επίθετο (Adjective): alert
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): alerts
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): alert
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): alerted
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): alerting
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): alerts
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): alert
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): alert
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
alert περιέχει 1 συλλαβές: alert
Φωνητική μεταγραφή: ə-ˈlərt
alert , ə ˈlərt (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)