Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): accesses, access
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): access
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): accessed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): accessing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): accesses
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): access
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): access
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
access περιέχει 2 συλλαβές: ac • cess
Φωνητική μεταγραφή: ˈak-ˌses
ac cess , ˈak ˌses (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)