Κλίσεις
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): let
Ρήμα, μετοχή παρακειμένου (Verb, past participle): let
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): letting
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): lets
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): let
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): let
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
let περιέχει 1 συλλαβές: let
Φωνητική μεταγραφή: ˈlet
let , ˈlet (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)