Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): wages
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): wage
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): waged
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): waging
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): wages
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): wage
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): wage
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
wage περιέχει 1 συλλαβές: wage
Φωνητική μεταγραφή: ˈwāj
wage , ˈwāj (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)