Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): transport
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): transport
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): transported
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): transporting
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): transports
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): transport
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): transport
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
transport περιέχει 2 συλλαβές: trans • port
Φωνητική μεταγραφή: tran(t)s-ˈpȯrt
trans port , tran(t)s ˈpȯrt (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)