Κλίσεις
Επίρρημα (Adverb): tin
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): tinned
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): tinning
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): tins
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): tin
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): tin
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
tin περιέχει 1 συλλαβές: tin
Φωνητική μεταγραφή: ˈtin
tin , ˈtin (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)