Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): starts, start
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): start
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): started
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): starting
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): starts
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): start
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): start
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
start περιέχει 1 συλλαβές: start
Φωνητική μεταγραφή: ˈstärt
start , ˈstärt (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)