Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): slaps
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): slap
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): slapped
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): slapping
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): slaps
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): slap
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): slap
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
slap περιέχει 1 συλλαβές: slap
Φωνητική μεταγραφή: ˈslap
slap , ˈslap (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)