Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): shine
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): shine
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): shone, shined
Ρήμα, μετοχή παρακειμένου (Verb, past participle): shone
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): shining
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): shines
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): shine
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): shine
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
shining περιέχει 2 συλλαβές: shin • ing
Φωνητική μεταγραφή: ˈshī-niŋ
shin ing , ˈshī niŋ (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)