Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): sexes, sex
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): sex
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): sexed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): sexing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): sexes
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): sex
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): sex
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
sex περιέχει 1 συλλαβές: sex
Φωνητική μεταγραφή: ˈseks
sex , ˈseks (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)