Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): schedules
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): schedule
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): scheduled
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): scheduling
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): schedules
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): schedule
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): schedule
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
schedule περιέχει 2 συλλαβές: sched • ule
Φωνητική μεταγραφή: ˈske-(ˌ)jül
sched ule , ˈske (ˌ)jül (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)