Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): reserves, reserve
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): reserve
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): reserved
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): reserving
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): reserves
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): reserve
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): reserve
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
reserve περιέχει 2 συλλαβές: re • serve
Φωνητική μεταγραφή: ri-ˈzərv
re serve , ri ˈzərv (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)