Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): pots, pot
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): pot
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): potted
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): potting
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): pots
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): pot
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): pot
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
pot περιέχει 1 συλλαβές: pot
Φωνητική μεταγραφή: ˈpät
pot , ˈpät (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)