Κλίσεις
Επίθετο (Adjective): open
Επίρρημα (Adverb): open
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): opened
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): opening
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): opens
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): open
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): open
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
open περιέχει 1 συλλαβές: open
Φωνητική μεταγραφή: ˈō-pən
open , ˈō pən (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)